Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

ΜΙΑΣ ΒΡΟΧΗΣ...

Ένιωσα το ποδοβολητό της βροχής στην αγωνία τους
να τρέξουν να κρυφτούν απ' το αναπάντεχο.
Βγήκα στο νερό.
Πρώτα ένιωσα τα τσιγάρα στο τσεπάκι
του πουκαμίσου μου να μουσκεύουν.
Ύστερα όλα τα πάθη μου να κυλούν
από τα λούκια του κορμιού μου.
Ένιωσα το τελευταίο τσαλακωμένο εικοσάρικο
που στόλιζε την τσέπη μου, βρεγμένο.
Κι έπειτα τη φτώχεια στις πράξεις
να μ' αφήνει για να ενωθεί με τα χαλίκια του στενού.
Έμεινα να βρέχομαι.
Κάθαρση πουθενά.
Μόνο εκείνο το γλίστρημα των λαστιχένιων παπουτσιών
να με κυλάει στην δίνη των "θέλω", των "πρέπει" και των "δεν μπορώ".
Έμεινα να βρέχομαι στον υγρό μου προορισμό.
Στις σιδερένιες εσοχές του κοντινού υπονόμου.